βαρύοδμος

βαρύοδμος
of oppressive smell
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρύοδμον — βαρύοδμος of oppressive smell masc/fem acc sg βαρύοδμος of oppressive smell neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυοδμότατος — βαρύοδμος of oppressive smell masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυόδμου — βαρύοδμος of oppressive smell masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυόδμους — βαρύοδμος of oppressive smell masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυόδμων — βαρύοδμος of oppressive smell masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυόδμῳ — βαρύοδμος of oppressive smell masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύοδμα — βαρύοδμος of oppressive smell neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύοσμος — και βαρύοδμος, ον (Α) αυτός που έχει βαριά, ενοχλητική μυρωδιά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.